διαλανθάνω

διαλανθάνω, [tense] fut.
A

-λήσω Isoc.3.16

, and as v.l. in Hp.Acut.(Sp.). 21 -λήσομαι: [tense] aor. διέλαθον: [tense] pf.

διαλέληθα Pl.Euthd.278a

:—escape notice, with part., διαλήσει χρηστὸς ὤν Isoc.l.c.; but also

διαλαθὼν ἐσέρχεται Th.3.25

: c. acc. pers., escape the notice of,

θεούς X.Mem.1.4.19

; σὲ τοῦτο διαλέληθε Pl.l.c., Isoc.1.44; ὁ διαλεληθὼς (sc. λόγος), a fallacy, Chrysipp.Stoic.2.8.
II abscond, BGU1187.23 (i B. C.), PSI4.285.11 (iv A.D.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαλανθάνω — (AM διαλανθάνω) [λανθάνω] 1. διαφεύγω από την προσοχή κάποιου 2. μένω απαρατήρητος μσν. λησμονώ …   Dictionary of Greek

  • διαλάθῃ — διαλανθάνω Acut. (Sp.) aor subj mp 2nd sg διαλανθάνω Acut. (Sp.) aor subj act 3rd sg διαλανθάνω Acut. (Sp.) aor subj mid 2nd sg διαλά̱θῃ , διαλανθάνω Acut. (Sp.) pres subj mp 2nd sg (doric) διαλά̱θῃ , διαλανθάνω Acut. (Sp.) pres ind mp 2nd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλαθόντων — διαλανθάνω Acut. (Sp.) aor part act masc/neut gen pl διαλανθάνω Acut. (Sp.) aor imperat act 3rd pl διαλᾱθόντων , διαλανθάνω Acut. (Sp.) pres part act masc/neut gen pl (doric) διαλᾱθόντων , διαλανθάνω Acut. (Sp.) pres imperat act 3rd pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διέλαθον — διαλανθάνω Acut. (Sp.) aor ind act 3rd pl διαλανθάνω Acut. (Sp.) aor ind act 1st sg διέλᾱθον , διαλανθάνω Acut. (Sp.) imperf ind act 3rd pl (doric) διέλᾱθον , διαλανθάνω Acut. (Sp.) imperf ind act 1st sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλανθάνῃ — διαλανθάνω Acut. (Sp.) pres subj mp 2nd sg διαλανθάνω Acut. (Sp.) pres ind mp 2nd sg διαλανθάνω Acut. (Sp.) pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλάθωμαι — διαλανθάνω Acut. (Sp.) aor subj mp 1st sg διαλανθάνω Acut. (Sp.) aor subj mid 1st sg διαλά̱θωμαι , διαλανθάνω Acut. (Sp.) pres subj mp 1st sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλήσει — διαλανθάνω Acut. (Sp.) aor subj act 3rd sg (epic) διαλανθάνω Acut. (Sp.) fut ind mid 2nd sg διαλανθάνω Acut. (Sp.) fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλαθόν — διαλανθάνω Acut. (Sp.) aor part act masc voc sg διαλανθάνω Acut. (Sp.) aor part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλαθόντα — διαλανθάνω Acut. (Sp.) aor part act neut nom/voc/acc pl διαλανθάνω Acut. (Sp.) aor part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλανθανόντων — διαλανθάνω Acut. (Sp.) pres part act masc/neut gen pl διαλανθάνω Acut. (Sp.) pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλανθάνει — διαλανθάνω Acut. (Sp.) pres ind mp 2nd sg διαλανθάνω Acut. (Sp.) pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.